/

,
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arts & Culture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Arts & Culture. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

Μια Παραμονη Χριστουγέννων Στην Ανατολική Ρωμυλία


Ας φανταστούμε το σκηνικό κάπου βαθιά στο παρελθόν εκεί ψηλά στο οροπέδιο της Φιλιππούπολης . Βράδυ Παραμονής Χριστουγέννων .το χιόνι λιανό λιανό πέφτει κι ασπρίζει τις στέγες και τις κορφές των δέντρων..από τις καμινάδες συννεφάκια καπνού αγκαλιάζουν τις αστραφτερές νιφάδες .Στο σπίτι μέσα γλυκιές παιδικές λαλιές αντιλαλούν .Ο πατέρας αναδεύει τα κούτσουρα στο τζάκι.. είναι μια νύχτα ξεχωριστή όπου η φωτιά θεριεύει αφού τα ξύλα περίσσια θυσιάζονται στο βωμό της ελπίδας. Ανθρωποι του μόχθου, υπηρέτες της γης αυτή τη βραδιά μια γαλήνια ξεκούραση καθρεφτίζεται στα μάτια τους.Η αφέντρα τους γη θα τους χαρίσει απόψε ό,τι πιο γλυκό κατέχει. Η νοικοκυρά στη κουζίνα ετοιμάζει το τελευταίο πιάτο. Σε λίγο ο μικρός σοφράς(τραπέζι χαμηλο και ξύλινο) θα γεμίσει με λιτά μα τόσο γευστικά εδέσματα.Εννιά φαγιά (φαϊά) έχει φτιάξει με μεράκι και γούστο προς τιμήν της μέρας και της αφοσίωσής της στην οικογένεια. Σκουπίζει τα χέρια της στη πιστίρκα(ποδιά) και φωνάζει τη μεγαλύτερη κόρη να τη βοηθήσει στο κένωμα (σερβίρισμα).Με τραγούδι μα και μ' ένα τρανό χαμόγελο το νεαρό κορίτσι τοποθετεί προσεχτικά και με ιεραρχική σειρά τα πιάτα στο σοφρά. όλα πρέπει να γίνουν και να φανούν σπουδαία όπως προστάζει το έθιμο. Τούτοι οι άνθρωποι χιλιάδες χρόνια τώρα επιμένουν πεισματικά να διατηρούν αξίες και συνήθειες που υποδηλώνουν την ταυτότητά τους στο χωροχρόνο μέσα. Το τραπέζι στρώνεται και το κερί στο κέντρο του τραπεζιού ανάβει .Έχει περίοπτη θέση πανω στο χριστόψωμο και σκορπίζει το ιλαρό του φως σ΄ ολο τομικρό θησαυρό. Φεγγίζουν τα πιάτα όπως τα πρόσωπα της οικογένειας.Τούτο το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων τιμούν και γιορτάζουν μια μάνα σα κι αυτή που ετοίμασε τώρα δα όλα τούτα τα καλούδια , τη Παναγιά .τη θεοτόκο που έφερε στον κόσμο το Θείο Βρέφος . Τα φαγητά είναι εννιά ,αριθμός που απαντάται σε πολλά τραγούδια της δημοτικής μας ποίησης ,ακριτικα και μη.Θυμόμαστε όλοι πόσα τραγούδια μιλούν για εννια θυγατέρες εννια γιους ,,εννιά πουλακια κ.λπ. Μια εκδοχή με βάση την παράδοση θέλει τον αριθμό εννιά να συμβολίζει τις περιοχές που περιπλανήθηκαν η Παναγιάμε το Θείο Βρέφος και τον Ιωσήφ κατά τον Διωγμό του Ηρώδη . Ετσι ολόκληρη η οικογενεια συγκεντρωμένη από τον μεγαλύτερο ως τον νεαρότερο στην ηλικία και σε πνεύμα αγάπης και συγχώρεσης,στρουμπιάζονται (κάθονται αναπαυτικά) γύρω από το σοφρά. Τα φαγητά νηστίσιμα ακόμα προετοιμάζουν τον ερχομό της άλλης μέρας αυτής της γιορτινής ,των Χριστουγέννων. 

1 ΧΡΙΣΤΟΨΩΜΟ ( ΜΠΟΥΓΑΤΣΙΑ )
2 ΦΑΣΟΥΛΙΑ ΜΕ Ν΄ ΑΡΜΙΑ ( ΦΑΣΟΛΙΑ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ ΤΟΥΡΣΙ )
3 ΣΙΤΑΡΙ ΒΡΑΣΜΕΝΟ
4 ΝΤΟΛΜΑΔΕΣ ΜΕ ΛΑΧΑΝΟ ΤΟΥΡΣΙ
5 ΡΥΖΟΠΙΤΑ
6 ΧΑΛΒΑΣ
7 ΚΟΜΠΟΣΤΑ ( ΧΟΥΣΙΑΦΙ )
8 ΠΙΤΑ ΣΑΡΑΓΛΙ
9 ΦΡΟΥΤΑ-ΚΟΛΙΝΤΟΚΟΥΡΕΣ
( ΚΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ ΚΟΛΙΝΤΟΥΔΙΑ)

Την αρχή τη κάνει ο αφέντης (πατέρας)του σπιτιού που αφού θυμιατίσει το τραπέζι , πει την προσευχή θα κόψει με τα χέρια ευλαβικά το χριστόψωμο σε κομμάτια .Τα πρώτο κομμάτι ανήκει δικαιωματικά στο Χριστό . το δεύτερο στη Παναγιά, στους αγίους ,στο σπίτι ,στο χωράφι και μετά με βάση την ηλικία σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Σ' όλη τη διάρκεια το φαγητού τα μπερεκέτια (οι ευχές) δίνουν και παίρνουν για υγεία ,ευτυχία , καλές εσοδείες. Πριν αποσώσουν (προλάβουν να τελειώσουν) τα φαγητό τους ένας απόηχος από τραγούδια που ολοένα και μεγαλώνει φτάνει στα αυτιά τους .Είναι οι σάρτες (ομάδα παληκαριών που περιδιαβαίνουν τα σοκκάκια του χωριού τραγουδώντας χριστουγεννιάτικα κάλαντα) .Τώρα βρίσκονται έξω από το σπίτι τους .."Βρε ν΄ανξετε τις πόρτες σας ,βρε ν΄ανξετε τις πόρτες σας για νάρθει η Παναγιά μας..." τα παιδιά αδημονούν μα ο κύρης είναι εκείνος που πρέπει και θ΄ανοίξει την πόρτα για να προσκαλέσει τα παληκάρια να μπούν μέσα στο σπιτικό του . Με γέλια ,ευχές ,καλωσορίσματα μπαίνει η χορωδία η οποία θα συνεχίσει μέσα πια στο σπίτι το τραγουδιστικό της καθήκον. Αφού τους προσφερθεί θέση στο γιορτινό τραπέζι και φυσικά μπόλικο γλυκό κρασί στα ποτήρια τους εκείνοι θα ουαλήσουν (τραγουδήσουν ) για όλους τους παρευρισκομένους.. Έχουν τραγούδια για κάθε μέλος της οικογένειας μα κι εδώ συνεχίζουν να διατηρούν ιεραρχική σειρά. Πρώτα απ όλα για τον αφέντη τραγουδούν κι εκείνος καμαρώνει
 " Ήρθαμε στον αφέντη μας τον πολυχρονημένο.
Δεν πρέπει σεν’ αφέντη μας σε τέτοια χώρα νάσαι,
μον πρέπει σεν’ αφέντη μας στης Πόλης τα παλάτια,
να σε τιμούν οι άρχοντες κι όλα τα παλικάρια,
να ορίζεις χίλια κάτεργα και δεκαοχτώ καστρίτσια.
Να ορίζεις και τη Βενετιά, να ορίζεις και την Πόλη,
τη Βενετιά για το φλουρί, τη Πόλη για τ’ ασήμι.
Κει π’ κοσκινίζουν τα φλουριά κι δερμονίζουν τ’ άσπρα
κι αυτά τα κοσκινίσματα στο τζιόπη σου να βάνεις
κι αυτά τα δερμονίσματα στον κόρφο σου να βάνεις.
Σινιά σινιά να τα μετρούν, σεντούκια να τα βάζουν
σεντούκια χρυσοκέντητα κι αργυροκλειδωμένα.
Και χώσει το χεράκι σου στον αργυρό το τζιόπη
κι βγάλε την κισίτσα σου τη μαλαμοσυρμένη.
Βρε λύσε την, βρέ δέσε την, κέρνα τα παλικάρια,
κέρνα στα παλικάρια, κέρνα τα κι αυτά τα παλικάρια
ν’ ανοίξουν οι λαλίτσες τους, να πούν κι άλλο τραγούδι.
Εμείς σας τραγουδήσαμε κι ο Θεός μέρες να δίνει."

....και συνεχίζουν έτσι να τον κανακεύουν μπας και κερδίσουν καλύτερο μπαξίσι (δώρο)

" Σηκώσ’ απάν’ αφέντη μας κι κάτσε στο θρονί σου,
και πάρε τη ροδόσταμνα και νίψ’ το πρόσωπό σου
και χώσε το χεράκι σου στον αργυρό το τζιόπη
και βγάλε χρυσομάντηλο, σφουγγίσ’ το πρόσωπό σου.
Αφέντη μ’ τα γραμματικά σ’ διαβάζουν τα χαρτιά σου.
Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα λάμπει,
σαν βάλεις λάδι και κερί, λάμπει το μαχαλά σου
σαν βάλεις και περ’σότερο, φέγγει για την ζωή σου.
Τα μοναστήρια σήμαναν κι εκκλησιές σου λάμπουν."
Μετά φυσικά έχει σειρά η μητέρα ..ύστερα ο μεγάλος γιός , ο μικρός ,,η μεγάλη θυγατέρα , η μικρότερη και πάει λέγοντας...Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες οι παρέες των αγοριών θα σκορπούν με το τραγούδι τους ευθυμία και χαρά στα σπίτια του χωριού ..δε θα σταματήσουν μέχρι να τα διαβούν όλα ...χορτασμένοι από φαγητό και αισιοδοξία παραδίδεται η οικογένεια σ΄ένα γαλήνιο ύπνο ..πλησιάζει το ξημέρωμα ..ένα ξημέρωμα διαφορετικό, γιορτινό ..οι ήχοι από τις καμπάνες θα πάρουν τη σκυτάλη από τους τραγουδοποιούς και θα αντιλαλήσουν σ΄όλο το χιονισμένο χωριό ..ένας ήχος που θα μοιάζει με κείνο το κλάμα του μωρού που γεννήθηκε μια κρύα νύχτα τόσο μακριά από κει μα με την αίσθηση της αγάπης κι αφοσίωσης τόσο κοντά και βαθιά ριζωμένης στις καρδιές τούτων των απλών ανθρώπων..η μέρα έφεξε ..είναι ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!! Χρόνια Πολλά !!!


(σημείωση : Εύχομαι να μην έχω κάνει πολλά λάθη στην αφήγηση που επιχείρησα αλλά αν υπάρχουν θα παρακαλούσα πολυ στη συμμετοχή σας για τυχον  διορθώσεις αλλά και ίσως επιπλέον στοιχεία που θα θέλατε να προσθέσετε.. όσον αφορά για λεπτομέρειες που χρησιμοποίησα  όπως τα τραγούδια να αναφέρω πως προέρχονται από τον αείμνηστο δάσκαλο και αγαπημένο άνθρωπο που μου χει προσφέρει τόσο γλυκές παιδικές αναμνήσεις Μόσχο Τερζίδη ....οι δε  πληροφορίες για τα εννια φαγια προέρχονται απο το site :http://www.logospellas.gr ..)

μια ομορφη αφηγηση με περισσότερα στοιχεία για τα εννια φαγια «Ινιά φαϊά»



Ένα απ’ τα πολλά έθιμα που είχαμε τα Χριστούγεννα στο Παλιούρι, ήταν και τα «ινιά φαϊά», εννέα φαγητά.
Το βράδυ της Παραμονής των Χριστουγέννων η νοικοκυρά του σπιτιού έστρωνε το σοφρά και έβαζε επάνω εννέα νηστίσιμα φαγητά.
Για τη συγκέντρωση των εννέα φαγητών συνήθιζαν να έχουν φασόλια, ελιές, πράσο, κρεμμύδι, ή τουρσί. Μάλιστα η γιαγιά μου η Σμαραγδή, επειδή τα οικονομικά μας ήταν πολύ περιορισμένα, έκανε μια πονηριά. Για να συγκεντρώσει εννέα φαγητά έβαζε χωριστά το λάχανο, χωριστά τις πιπεριές, χωριστά τις ντομάτες, χωριστά και τον «τουρσόζουμου». Επίσης κάποιες φορές έβαζε σ’ ένα πιατάκι αλάτι και σ’ άλλο πιπέρι οπότε είχε δυο επιπλέον φαγητά. Σε πολλά σπίτια υπήρχε και το χειμωνιάτικο  καρπούζι, ειδική ποικιλία που το φύλαγαν μέσα στο άχυρο ή στ’ αμπάρια.
Αφού λοιπόν συγκεντρώνονταν εννέα φαγητά πάνω στο σοφρά, ο παππούς και αρχηγός της οικογένειας, θυμιάτιζε με μια κεραμίδα ή ένα υνί το σοφρά με τα φαγητά, θυμιάτιζε τα «πράματα» στο «ζένκο» στάβλο, τ’ αμπάρια με τα σιτάρια καθώς και όλα τα μέλη της οικογένειας, κάθονταν όλοι μαζί για να φάνε. Απαραίτητο ήταν να πούμε και το Χριστόψωμο, (λειψή μπουγάτσα με νερό, αλάτι, αλεύρι, λίγη σόδα και χωρίς λάδι). Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να γευματίσουν όλοι μαζί και να ευχηθούν ο ένας τον άλλο τα Χρόνια Πολλά.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ – ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ  και ΚΑΛΗ ΓΗΡΟΣΥΝΗ


του ΘΑΝΑΣΗ ΓΚΑΚΟΥΔΗ (http://paliouri-evrou.blogspot.gr)


http://monastiriotes.blogspot.com

(ΤΟ BLOG ANHKEI ΣΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΜΟΣΧΟΥ ΤΕΡΖΙΔΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΙ ΝΕΟΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΕΣ")


Τις βραδυνες ωρες ανημερα των Χριστουγεννων παρεες αγοριων -οι επονομαζομενες "σαρτες"-που πολλες φορες μπορει να ξεπερνουσαν και τα 15 ατομα η καθεμια τους , περιδιαβαιναν τα σοκακια του χωριου τραγουδωντας τα καλαντα! Τα σοκκακια αντηχουσαν απο νεαρες , δυνατες ,αγοριστικες φωνες σκορπωντας το μηνυμα των Χριστουγεννων σ ολο το χωριο!Οι "σαρτες" επισκεπτονταν ολα τα σπιτια του χωριου .Εκει γινονταν μια παρεα με τους νοικοκοιραιους και τραγουδουσαν χριστουγεννιατικα τραγουδια.Μετα τα παραδοσιακα καλαντα που τραγουδουσαν αφιερωναν και τραγουδια ειδικα για καθε μελος της οικογενειας .Ετσι τραγουδουσαν για τον αφεντη (τον αντρα του σπιτιου, το νοικοκυρη), την κυρα (την οικοδεσποινα), το γιο ή την κορη (ανυπαντροι συνηθως)...
Οι οικοδεσποτες τους φιλευαν ολα τα καλουδια του σπιτικου τους και μαζι γλυκοποτιο κρασι το οποιο επετεινε και την ευφορια της γιορτινης μερας !!!
Ετσι τα "παληκαρια" συνεχιζαν μεχρι και τις πρωινες ωρες το τραγουδι τους χωρις σταματημο !

τραγουδια αφιερωμενα στον "αφεντη" οπως εχουν καταγραφει στο ιδιο βιβλιο, " ΟΙ ΝΕΟΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΕΣ" κι εχουν αναρτηθει στο ιδιο blog ειναι τα εξης:


santa Χριστός γεννήθκεν



Βρε ν’ άνξετε τις πόρτες σας (2)
για νάρθει η Παναγιά μας (2)
Βρε ν’ έρχεται η Παναγιά (2)
με το Χριστό στην αγκαλιά (1)
με το σταυρό στα χέρια (1)

Χριστός γεννήθκεν, χαρά στον κόσμο,
χαρά στον κόσμο, στα παλικάρια,
στα παλικάρια, στην Παναγιά μας
στην Παναγιά μας την Θεοτόκο
την Θεοτόκο που κοιλοπόνα
που κοιλοπόνα και αη-παρακάλει
κι’ αη-παρακάλει τους Αποστόλους
τους Αποστόλους, τους Αρχαγγέλους:
- Ω Αποστόλοι μ’ κι Αρχαγγέλοι μ’
βοήθησε Θέ μου τούτην την ώρα
τούτη την ώρα τη βλογημένη
τη βλογημένη και δοξασμένη.
Άγγελος πάει μάμες να φέρει
μάμες να φέρει τ’ Αμιραπασά1.
Όσο να πάς κι όσο νάρθεις
Χριστός γεννήθκειν, χαρά στον κόσμο,
η Παναγιά μας ελευθερώθκεν.
Χριστός επέσεν, στις δάφνες ΄πέσεν.
Σαν ήλιος λάμπει, σα νιό φεγγάρι.
Να ζει και νάναι κι ο νοικοκύρης
με τα παιδιά του με τ’ ανέχειά του.


Ερμηνευτικά:
1.Αμιρα πασάς: λέξη σύνθετη.
Αμιράς = στρατηγός, διοικητής. Πασάς = τοπάρχης, διοικητής περιφέρειας.

santa Χριστούγεννα Πρωτούγενα



Χριστούγεννα Πρωτούγενα ΄πόψε Χριστός γεννιέται,
γεννιέται κι’ ανατρέφεται κι ο κόσμος δεν το γνώθει(1),
ο κόσμος κι τα κλούμπινια κι τ’ βασιλιά η(2) αϊτός(3) του.
Τα δυο(4) βαγγέλια διάβαζαν κι οι απόστολοι ψέλνουν,
και ψέλνοντας διαβάζοντας Χριστός σα δέντρο ξέειρεν(5).
Ο δέντρος ήταν η Αϊ Χριστός και τα κλωνάρια τ΄ Άγια
και τ’ αργυρά φυλλίτσια του ήταν οι προφητάδες.
Προφήτευαν κι έλεγαν για τ' Άη Χριστού τα πάθη.
Χριστέ μου Συ, Χριστέ μου Συ, Χριστέ μου αληθιανιέ μου,
Χριστέ μου, ΄ντα(6) σε σκέντζευαν(7) οι άνουμοι Ουβραίοι(Cool.
Σε σκέντζευαν, Σε σταύρωναν ουπάν(9) στο σταυροδρόμι
κι’ έτρεχε το αίμα Σου σα σιγανό ποτάμι
κι η μάνα Σου το σφούγγιζε, μ’ ένα λευκό μαντήλι.
Βολές – βολές το σφούγγιζε, βολές μοιρολογούσε:
- Κρίμα στο γιόκα μ’ τον καλό, στο γιόκα μ’ τον αφέντη,
πόχει το στόμα μάλαμα, τη γλώσσα ασημένια,
κι από το στόμα Τ’ έτρεχε όλο μέλι και γάλα.
Χριστός μας αναστήθηκε κι πάει απάν’ ουράνια,
κι απόψε θέλει να κατέβει στης εκκλησιάς τις πόρτες
να στρώση το στρωματάκι το μπροστά στο Άγιο Βήμα
να γονατίσει να δικοκρίνει όλους τους Χριστιανούς Του,
να κάψει θύμιο(10) και κερί όλους τους πεθαμένους
να κάψει και περισσότερο όλους τους κολασμένους.


Ερμηνευτικά:

1. Γνώθω: γνωρίζω, αισθάνομαι, καταλαβαίνω.
2. η: πολλές φορές στ’ αρσενικά χρησιμοποιείται το άρθρο η αντί του ο.
3.
αϊτός: χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία. Προφανώς πρόκειται για
βασιλική εξουσία, που είχε σύμβολο τον αϊτό, κι εδώ για τον Ηρώδη,
βασιλέα της Ιουδαίας και τον Καίσαρα Αύγουστο, αυτοκράτορα της Ρώμης.
4.
Τα δυο βαγγέλια: πράγματι την γέννηση του Χριστού διηγούνται οι δύο
ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς, δεν αναφέρονται στην γέννηση ο Μάρκος
και ο Ιωάννης.
5. ξέειρεν: έπεσε, από πάνω κάτω. Το ρήμα (γ)έρνω, αόρ. ξέ(γ)ειρα, παραλείπεται το γράμμα γ.
6. ντά: όταν.
7. σκεντεύω: τυραννώ, επιβάλλω μαρτύρια.
8. Ουβραίοι: Εβραίοι.
9. Ουπάν: επάνω.
10. Θύμιο: θυμίαμα.



santa Ήρθαμε στον αφέντη μας τον πολυχρονημένο.
Δεν πρέπει σεν’ αφέντη μας σε τέτοια χώρα νάσαι,
μον πρέπει σεν’ αφέντη μας στης Πόλης τα παλάτια,
να σε τιμούν οι άρχοντες κι όλα τα παλικάρια,
να ορίζεις χίλια κάτεργα και δεκαοχτώ καστρίτσια.
Να ορίζεις και τη Βενετιά, να ορίζεις και την Πόλη,
τη Βενετιά για το φλουρί, τη Πόλη για τ’ ασήμι.
Κει π’ κοσκινίζουν τα φλουριά κι δερμονίζουν τ’ άσπρα
κι αυτά τα κοσκινίσματα στο τζιόπη σου να βάνεις
κι αυτά τα δερμονίσματα στον κόρφο σου να βάνεις.
Σινιά σινιά να τα μετρούν, σεντούκια να τα βάζουν
σεντούκια χρυσοκέντητα κι αργυροκλειδωμένα.
Και χώσει το χεράκι σου στον αργυρό το τζιόπη
κι βγάλε την κισίτσα σου τη μαλαμοσυρμένη.
Βρε λύσε την, βρέ δέσε την, κέρνα τα παλικάρια,
κέρνα στα παλικάρια, κέρνα τα κι αυτά τα παλικάρια
ν’ ανοίξουν οι λαλίτσες τους, να πούν κι άλλο τραγούδι.
Εμείς σας τραγουδήσαμε κι ο Θεός μέρες να δίνει.

************************************
santa Σηκώσ’ απάν’ αφέντη μας κι κάτσε στο θρονί σου,
και πάρε τη ροδόσταμνα και νίψ’ το πρόσωπό σου
και χώσε το χεράκι σου στον αργυρό το τζιόπη
και βγάλε χρυσομάντηλο, σφουγγίσ’ το πρόσωπό σου.
Αφέντη μ’ τα γραμματικά σ’ διαβάζουν τα χαρτιά σου.
Αφέντη μου στην τάβλα σου χρυσή καντήλα λάμπει,
σαν βάλεις λάδι και κερί, λάμπει το μαχαλά σου
σαν βάλεις και περ’σότερο, φέγγει για την ζωή σου.
Τα μοναστήρια σήμαναν κι εκκλησιές σου λάμπουν.

Σουμπέτι-Ανατολική Ρωμυλία



Σουμπέτι-Ανατολική Ρωμυλία

Με τον όρο σουμπέτι αναφέρονται οι μελωδιές σε ελεύθερο ρυθμό, οι οποίες τραγουδιούνται είτε φωνητικά, ως 
πολύστιχα τραγούδια, είτε οργανικά.





O Σοφράς ,το τραπέζι των ανατολικορωμυλιωτών

Σοφράς



Είναι το πολύ χαμηλό (γυρω στους 15 πόντους από το πατωμα) ξυλινο τραπεζι που χρησιμοποιουσαν στην Ανατολικη Ρωμυλια κι όχι μονο. Αναφορές θελουν το τραπεζακι αυτό να χρησιμοποιειται και στη Κρητη. Η καταγωγή του μαλλον έχει ασιατικη προέλευση.
Το κυκλικο αυτό έπιπλο, φτιαγμένο συνήθως από τάβλες πεύκου ,δε χρησίμευε μόνο ως τραπέζι. Στο καπάκι του οι νοικοκυρές έκαναν τις περισσοτερες δουλειες . Έπλαθαν πανω του τις διάφορες πίτες , το ψωμί και παρασκεύαζαν διάφορα προιοντα μαγειρικής . Όταν δε το χρειάζονταν το κρεμούσαν στο τοίχο.
Θυμαμαι μικρή ακομα τη γιαγια μου να το χρησιμοποιεί . Τα καλοκαιρια που μεναμε με τις ξαδερφες στο σπιτι της εκεινη μας εβαζε να τρωμε στο σοφρα . Γονατιστη έχω απολαύσει το καλυτερο φαγητο. Φυσικα ήταν κι εκεινα τα φαγητα που η γιαγια τα εφτιαχνε με τοση μαεστρία στη γαστρα …Νιωθω τοσο τυχερη που εχω ολες αυτές τις παιδικες αναμνησεις …

Το Έθιμο Της Σιντιάνκας Στην Ανατολική Ρωμυλία

«Σιντιάνκα» σημαίνει καθισμένες


"Από τη Θράκη του Ορφέα & του Διονυσου"
Σκοποί και τραγούδια της Ανατολικής Ρωμυλίας
(Βόρειας Θράκης)
Συλλογή τραγουδιών -κείμενα ,επιμέλεια έκδοσης -παραγωγής
Γιάννης Πραντσίδης

Μοναστηριώτικο τραγούδι «της σιντιάνκας». Τραγουδουν η Ευαγγελια Λαπουδη και η Κυριακη Λαπουδη , φλογέρα παιζει ο Χρηστος Καλτσουνας από το Μεγαλο Μοναστηρι Λαρισας.

Ξένους απού ΄νι σ’ν ξινιτιά πρέπει να βαστά μαύρα
Μαύρους ήταν, μαύρα βαστά, μαύρουν καβαλικεύει.
Του μαύρου καβαλίκιβιν τριών χρουνών πουλάρι,
Τη στράτα στράτα πήγνιν, του Θιο παρακαλούσιν:
«Κύρκου μ’ να βρου την κόρη μου του βράδυ να κοιμάτι».
Καταπώς παρακάλισιν,έτς(ι) κι τη βρίσκει .
«Βάλι, κόρη μ’ κρυιό νιρό να πιου κι ΄γω κι ι μαύρους μου»
Σαράντα κόφις* τράβηξιν, στα μάτια δε του κοίταξιν,
Κι άλλις σαράντα τέσσερις, στα μάτια τουν κοιτάζει.
Στα μάτια μον’ τουν κοίταζιν κι βαρουναστινάζει
«Τα’ έχεις , κόρη μ΄, κι θλίβισι κι βαριουναστινάζεις;
Mήνα-ν η μανα σ΄πέθανιν , μήνα-ν  ι  τάτουιζ * χάθειν;
Μήνα-ν απού τ’ αδέρφια σου κανένας τούρκους ίνγκιν;*»
«Ν-άντραν έχου στην ξινιτιά τώρα δώδικα χρόνια
Κι αν δε φανεί κι αν δεν δα ρθει , καλόγρια δα γίνου,
Σι μαναστήρι δα κλειστού κι μαύρα δα τα βάψου».
 Κόφα=κουβάς
Τάτους –τάτης =πατέρας
Ίνγκιν=έγινε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~




"Sintianka"
"Sintianka" was the night work of the women starting from September till the first cold of October and it was more a habit than a custom.

Women of all ages were gathered in crossroads or in squares, they turned on fires and sat around them. They took their distaffs or their spindles in order to spin wool and make spinners.

Its objective was mainly social as it constituted a type of a bride bazaar. In sintiankas, unmarried girls were accompanied by their mother, their married sisters or their aunts. During the night, boys were also gathered and promenaded around girls, and they discussed which girl they were going to marry.

"Sintiankas" lasted until midnight. The unmarried boys and girls had more freedom at this period, because their fathers were away in the mountains, in order to bring woods for the winter.


The song of the girls had particular lyrics and a special style of interpretation. It should be long, penetrating, to be heard loud in the night, in order to send its love messages to the chosen one.


"Σιντιάνκα» ήταν η νυχτερινή εργασία των γυναικών που αρχιζε από τον Σεπτέμβριο μέχρι τα πρώτα κρύα του Οκτώβρη και ήταν περισσότερο μια συνήθεια παρα ένα έθιμο.
Όταν επεφτε η νυχτα οι γυναίκες όλων των ηλικιών συγκεντρώνονταν  στα σταυροδρόμια ή στις πλατείες.Εκει άναβαν φωτιές και κάθονταν γύρω τους. Με τις ροκες στα χερια τους και τα αδραχτια εγνεθαν το μαλλι .Με το νημα αυτό υφαιναν αργοτερα τα βαρια ρουχα (σαλβαρια και τσουκνες ) που φορουσαν για να προστατευτουν από το βαρυ χειμωνα . Η μαζωξη αυτή ειχε εναν εντονο κοινωνικο χαρακτηρα και δεν αποτελουσε απλα μια εκδηλωση ενοτητας και αλληλεγγυης. Λειτουργουσε κι ως ένα ειδος νυφοπαζαρου. Τα αγαμα κοριτσια συνοδευομενα  από τις μητερες τους , τις παντρεμενες αδερφες τους ή θείες τους ειχαν την ευκαιρια να γνωριστουν καλυτερα με τ’ ανυπαντρα  αγορια τα οποια κατά τη διαρκεια της νυχτας συγκεντρωνονταν γυρω τους προς αναζητηση της «καλης» τους .  Τουτη η διαδικασια αναδεικνύει μερος της ελευθερης βουλησης που επικρατουσε στη νοοτροπια των ανατολικορωμυλιωτων. Ωστοσο κι η απουσια των πατεραδων ,οι οποιοι πολλες φορες τη συγκεκριμενη χρονικη περιοδο ελειπαν μακρια στα βουνα ωστε να φερουν τη απαιτουμενη ξυλια που χρειαζονταν η οικογενεια τους για ν αντιμετωπισει το χειμωνα,διευκολυνε αυτή την επαφη .
    Οσο διαρκουσε η «σιντιανκα» οι γυναικες τραγουδουσαν. Ξεχωριζαν τα τραγουδια των κοριτσιων τα οποια ειχαν ιδιαιτερους στιχους και υφος στην ερμηνεια τους. Οι φωνες τους θα επρεπε να είναι μακριές και διεισδυτικές  ώστε να μπορουν ν ακουγονται δυνατα μεσα στη νυχτα .Ηταν ο τροπος για να στειλουν τα μηνυματα αγαπης τους προς τον εκλεκτο της καρδιας τους.
Διαβαζοντας τα παραπανω ευκολα κανεις  μπορει να φανταστει την εικονα και να ταξιδεψει πισω στο χρονο. Κι αξιζουν στ αληθεια τετοια ταξιδια…
(για τη συνθεση αυτή τα στοιχεια που χρησιμοποιησα ανηκουν στη σελιδα του δημου της Λαρισας 

Στον Παρατηρητη της Θρακης αναφερονται τα εξης :
Η «Σιντιάνκα» πραγματοποιούνταν τέλος του καλοκαιριού και μέχρι και τις αρχές του Οκτώβρη περίπου. Μετά την κούραση των ημερών εκείνων, του μόχθου και της κούρασης, η σιντιάνκα ήταν μια ανάσα χαράς, τραγουδιού, κεφιού, συνάντησης των ανθρώπων της γειτονιάς, οι οποίες και αποφάσιζαν να κάνουν την σιντιάνκα σε ένα ανοικτό χώρο της γειτονιάς, όπου μαζεύονταν όλοι, γέροι, νέοι, παιδιά, παντρεμένοι και ελεύθεροι. Ο καθένας από αυτούς είχε το ρόλο του, ήταν μια παράσταση χωρίς κείμενο.

Οι άνδρες έφερναν δεμάτια από τα θερισμένα στάχια και σουσαμόριζες και άναβαν μια μεγάλη φωτιά. Οι μεγάλες γυναίκες καθόντουσαν γύρω από τη φωτιά και έκαναν διάφορες δουλειές, τις οποίες έφερναν από τα σπίτια τους, γνέσιμο, πλέξιμο, ανάγριμα μαλλιού, τυλιγάδιασμα, και φυσικά τραγουδούσαν. Και αυτό γιατί οι γυναίκες εκείνης της εποχής ποτέ δεν καθόντουσαν χωρίς να δουλεύουν γιατί αλλιώς δεν τα προλάβαιναν μια και όλα περνούσαν από τα χέρια τους. Έπαιρναν λοιπόν καλλίφωνες και τη δουλειά τους στη σιντάνκα και δούλευαν και τραγουδούσαν. Αυτές που ήταν καλήφωνες τραγουδούσαν πρώτες και οι άλλες δυο- δυο, τρεις – τρεις έπαιρναν τα στιχάκια και τα επαναλάμβαναν.
Η δε φωτιά ήταν δυνατή και όπως έλεγαν έφεγγε ο τόπος, γιατί αντικαθιστούσε και το ηλεκτρικό φως που τότε δεν υπήρχε.

Οι μεγάλοι άντρες παρακολουθούσαν, τα δε παιδιά έπαιζαν. Οι νέοι και οι νέες χόρευαν με τα τραγούδια που τραγουδούσαν οι γυναίκες. Τα τραγούδια ήταν βγαλμένα από τη ζωή τους. Με έμμεσο δε τρόπο εκεί γίνονταν και τα προξενιά, γιατί οι μεγάλες γυναίκες καθώς παρακολουθούσαν τους νέους και τις νέες ταίριαζαν ζευγάρια με το μυαλό τους. Μετά συνέθεταν ένα σκωπτικό τραγούδι που αφορούσε στο ζευγάρι και ανέφεραν σε αυτό τα ονόματά τους και ανάλογα με τη συμπάθεια που είχε το παλικάρι στο κορίτσι έδινε κάποια απάντηση, η οποία και αποτελούσε την αρχή της συμπάθειας και αν ταίριαζαν πολύ γρήγορα γινόταν και ο γάμος. Τότε οι γάμοι γίνονταν φθινόπωρο και χειμώνα που σταματούσαν οι δουλειές.

Επίσης έκαναν και διάφορα αστεία γύρω από τη φωτιά. Κάποιες πηδούσαν και πάνω από τη φωτιά κάνοντας αστεία και με αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν και περνούσαν την ώρα τους. Με γέλια. Γιατί το γέλιο, χωρίς να το γνωρίζουν επιστημονικά, το ένοιωθαν ότι είναι ο καλύτερος γιατρός και τους σώματος και της ψυχής.

Έτσι λιτά χωρίς έξοδα αλλά με πολύ κέφι, χαρά, ζωντάνια περνούσαν αυτές τις νύχτες της «σιντιάνκας», οι οποίες τους αναζωογονούσαν τους έδιναν δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσουν το δύσκολο αγώνα της ζωής τους χωρίς γογγυσμούς και γκρίνιες, μα με χαρά και ευχαριστία προς το θεό που τους χάρισε άλλη μια μέρα ζωής.
Κάτι που εμείς με όλα τα καλά μας ξεχνάμε να το κάνουμε και για αυτό μες τα πλούτη μας και τις ανέσεις μας είμαστε μίζεροι χωρίς κέφι και χαρά».


Παναηρίτς ήταν πολλοί/
Κι ο τόπος ήταν λίγος
Σαράντα δίπλες ο χορός/
κι εξήντα τα τραπέζια
Ούλ’ έτρωγαν κι ούλ έπιναν/
κι ούλοι χαιροκοπιούνταν
Κι ούλ’ το Θεό παρακαλούν /
Τον Κύριο δοξάζουν
Μπουλάκ’ να μην έρθει ο τσάμπουλας/
και μας χαλάσει το παναήρι
Τον λόγο δεν απόσωσαν/
τη συντυχιά δε λένε
Κι ο τσάμπουλας από φτασε/
σα φίδι πυρωμένο
Ποιος θέλει να παλέψουμε/
στο σίδηρο τα’ αλώνι
Κανένας δεν ποιήθηκε. Μέσα σε τόσο κόσμο/ σ’ χήρας ο γιος ποιήθηκε. Σ’ χήρας το παλικάρι…


Το επόμενο τραγούδι αφορά έμμεση προξενιά:

Τα χεινωπόρια έρουνταν
τα βάσανα μαζώνουνταν
Στα κορίτσια κα ιστα πιδιά
οι αηγαπητικοί μας κάκιωσαν
Ντα ξικάκιωσν τι δα βρουν
Δα βρουν τ’ Μαρία ραββωνιασμένη
με το Γιώργη παντρεμένη


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου


Ο Χορος Στην Ανατολικη Ρωμυλια





Πρόλογος Μόσχου Τερζίδη 3/3 Ο χορός ήταν μια ομαδική εκδήλωση. Πιάνονταν συνήθως από τα ζωνάρια, με
σταυρωτά τα χέρια ή από τα μεσαία δάχτυλα των χεριών. Υπήρχαν πολλές
παραλλαγές χορού, από τον «ντιούζικο» - στρωτός θα πει – μέχρι την
«μπαϊντούσα» που ήταν γεμάτος κίνηση, πηδήματα και κούραση. Εκτός από
το τραγούδι, πολλές φορές ακούονταν και οι φωνές των χορευτών με
επιφωνήματα χαράς. Στον χορό πιάνονταν πολλοί, χόρευαν με ομοιόμορφα
βήματα όλοι, δεν ήταν προνόμιο των πρώτων. Πάντως ήταν τιμή για τον
πρώτο να σέρνει τον χορό και πολλές φορές γίνονταν καυγάδες ποιος θα
σύρει τον χορό. Αγόρια και κορίτσια πιάνονταν ανακατεμένα και κατά
προτιμήσεις φιλίας ή συγγένειας ο χορός συνεχιζόταν με τα τραγούδια των
κοριτσιών και με διαλείμματα. Ώσπου το απόγευμα άρχιζαν να καταφθάνουν
πρώτα οι μανάδες κοριτσιών και αγοριών, για να δουν το χορό, ν’
ακούσουν τα τραγούδια και προπαντός να παρακολουθήσουν μ’ ενδιαφέρον με
ποιόν «χοράτεψε» σήμερα η κόρη της, ποιος της έκανε την τιμή να χορέψει
μαζί της. Μα και οι μάνες των αγοριών το ίδιο παρακολουθούσαν. Ποια
τραγουδάει καλά, ποια έχει χρυσοστολισμένα ρούχα, ποια καλή συμπεριφορά.
Καθισμένες στα χορτάρια ή σε πέτρες, κάτω από δέντρα ή σε μια σκιά, μανάδες και γιαγιάδες παρακολουθούσαν τον χορό.
Αργότερα
καταφθάνει, στις μεγάλες γιορτές και ο γαϊτατζής, με όλη την
μεγαλοπρέπεια φουσκώνει την γκάιντα, δοκιμάζει και τον «μπούρο» και
αρχίζει ο χορός για τα καλά. Πρώτα τραγούδι και γκάιντα εναλλάσσονται.
Από τα μαγαζιά ξεσηκώνονται οι νιόπαντροι, οι μερακλήδες στο χορό, που
δεν κρατιόνται, τρέχουν πιάνονται με τα νιάτα, κοντά στ’ αδέλφια τα
μικρότερα, οι αδερφές στους αδερφούς. Τώρα παίζει μόνο η γκάιντα.
Ο
χορός έχει κορυφωθεί, οι χορευτές έχουν ιδρώσει, βρίσκονται σε μια
έκσταση, χορεύουν πηδηχτά, χτυπούν πόδια, τινάζουν κορμιά, κεφάλια,
χέρια πίσω μπρος, κάθονται απότομα, σηκώνονται τρέχουν γοργά, γρήγορα.
Αλλά
ο ήλιος πάει να βασιλέψει, τα πρώτα μουγκρητά ακούστηκαν, είναι η αγέλη
του χωριού που γυρίζει από την βοσκή. Ένα δυνατό σφύριγμα απ’ όλα τα
αγόρια και ο χορός διαλύεται. Τα κορίτσια δυο δυο φεύγουν, κάποτε τα
συνοδεύουν τα αγόρια μέχρι το σπίτι τους.
Το τραγούδι κι ο χορός ήταν μια εκδήλωση εσωτερική, μια ανάγκη. Δεν
ήταν η απλή ψυχαγωγία. Χορός γινόταν κάθε Κυριακή και κάθε μεγάλη
γιορτή που ήταν αργία, εκτός από τις Κυριακές της μεγάλης Σαρακοστής
(εφ’ όσον το επέτρεπε ο καιρός).
Με
το μεσημεριανό φαγητό, που συνήθως γινόταν νωρίς, οι κοπέλες του χωριού
και τα αγόρια μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού. Πρώτα έκαναν την
εμφάνιση τα αγόρια, παρέες – παρέες, συζητώντας για τις δουλειές και τα
προβλήματά τους. Σε λίγο πρόβαλαν οι κοπέλες συνήθως δυο – δυο. Ήταν
έθιμο η κάθε κοπέλα νάχει τη «συντρόφισσά της», τη φιλενάδα της,
αχώριστες μέχρι να παντρευτούν. Σπάνια να χωρίσουν δυο φιλενάδες. Τα
αγόρια τις υποδέχονταν με σφυρίγματα και εκδηλώσεις χαράς. Εκεί άρχιζαν
συζητήσεις παρέα αγόρια και κορίτσια.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η
ηλικία γάμου ήταν από τα 16 μέχρι 20 χρονών. Επίσης η συναναστροφή
αγοριών και κοριτσιών καθόλου δεν παρεξηγιόταν. Μάλιστα η αγάπη ήταν
κάτι το ανώτερο σεβαστό απ’ όλους. Όχι μόνο δεν εθεωρείτο κακό το
κορίτσι να αγαπά κάποιον, να σχετίζεται, μάλιστα ήταν τιμή και
περηφάνια. Γνωστό σε όλο το χωριό κι’ όλοι το σέβονταν.
Κουρασμένα
από τις αγροτικές γεωργικές δουλειές τ’ αγόρια, όλη τη βδομάδα στα
χωράφια και στα λιβάδια, περίμεναν πως και πότε θα φτάσει η Κυριακή να
πάνε στο χορό. Τα κορίτσια πάλι με τον αργαλειό, το κέντημα όλη μέρα
κλεισμένα στο σπίτι, δεν περίμεναν και εκείνα λιγότερο.
Την Κυριακή,
μετά το μεσημεριανό φαγητό άρχιζαν οι ετοιμασίες για την έξοδο. Να
καλοχτενίσουν τα μαλλιά τους, να αλλάξουν τα ρούχα, να φορέσουν τα
γιορτινά. Και με την συντρόφισσα τους, όπως λέγανε την φιλενάδα, να
βγουν στο «μεσοχώρι», στη πλατεία. Μα κει θα είχαν πάει νωρίτερα τ’
αγόρια, τις περίμεναν. Και μόλις φαίνονταν, δεν ήξεραν πώς να
φανερώσουν την χαρά τους. Πολλές φορές τις υποδέχονταν με σφυρίγματα
και φωνές. Κι’ όταν έφταναν άρχιζαν την πρώτη επαφή: μια ανασκόπηση για
τις δουλειές της εβδομάδας, τα γεγονότα του χωριού και λίγο
«κουτσομπολιό». Σε λίγο θάβλεπες, αποτραβηγμένα από το πλήθος, σε μια
άκρη, στη σκιά ενός δέντρου ένα αγόρι κι’ ένα κορίτσι, ή το πολύ δύο
κορίτσια και δύο αγόρια, να σιγανοκουβεντιάζουν ώρες ατελείωτες. Ξάφνου
την ησυχία και ηρεμία του δειλινού διέκοπταν από ένα τραγούδι.


«Παλικάρια όλα ίσα και ψηλά σαν κυπαρίσσια, να μη λάχει και
παντρευτείτε γιατί θα μετανοηθείτε».
Τον κάθε στίχο επαναλάμβαναν
δυο άλλα αγόρια. Έτσι πρώτα δυο δυο άρχιζαν το τραγούδι χωρίς καμιά
παρόρμηση, αλλά γιατί έτσι αισθάνονταν. Τέσσερα – πέντε αγόρια,
πιασμένα από τα ζωνάρια με σταυρωτά τα χέρια, άρχιζαν να χορεύουν τον
«ντιούζικο» δηλ. τον στρωτό, τον συρτό σαν να λέμε. Σε λίγο έμπαιναν
και τα κορίτσια και τότε γινόταν ένας τεράστιος κύκλος με αγόρια και
κορίτσια ανάκατα, ανάλογα με τις συμπάθειες, αϊγόρα κοντά στην αϊγορή,
ξάδερφος κοντά στην ξαδέρφη, γείτονας κοντά στην γειτόνισσα και χόρευαν.

Για περισσοτερα στοιχεια στο εξαιρετικό blog του κυρίου Τερζίδη που εχει κανει απιστευτη δουλεια !
ακολουθειστε απλα το συνδεσμο! http://monastiriotes.blogspot.com

1 Φλεβαρη Η Γιορτη Του Αϊ Τρυφωνα Στην Ανατολικη Ρωμυλια


(Σε πολλες αγιογραφιες ο αγιος παρουσιαζεται με κομμενη τη μυτη -οχι εδω- διαβαστε παρακατω και θα διαπιστωσετε την αιτια!)
###

Σημερα (οπως σας υποσχεθηκα χθες) ανημερα της γιορτης του Αϊ
Τρυφωνα θα σας γραψω για το εθιμο που διαδραματιζοταν στη περιοχη της Ανατολικής
Ρωμυλίας και ειδικοτερα στο Μεγαλο Μοναστηρι. Ένα δρωμενο που οι προσφυγες το
τηρησαν με ευλάβεια και μετα την εγκατασταση τους στη μητερα Ελλαδα στο νέο χωριο
,Νέο Μοναστηρι στην περιοχή Δομοκου. Τα τελευταια χρόνια τη τελεση του δρωμενου
τη συνεχιζει με συνεπεια ο συλλογος γυναικων του χωριου.



Η ιστορία πανω στην οποια στηριχθηκε αυτό το εθιμο εχει ως
εξης:


Tην
πρωτη του Φλεβαρη η Παναγια κινησε να παει να σαραντήσει . Στο δρομο της συναντησε
έναν νέο . Ηταν ενας αμπελουργος που κρατουσε ένα κλαδευτηρι στα
χερια του και κατευθυνοταν προς το
αμπελι του για να εργαστει . Η Παναγια τον σταματησε ρωτωντας τον για πού πηγαινε
. Ο νεος της απαντησε πως πηγαινε για εργασια ,δηλαδη ,να κλαδεψει τ αμπελι
του . Εκεινη τοτε του ζητησε να γυρισει πισω στο σπιτι του:


“Θαρρω πως θα ηταν καλυτερα σημερα να μη πας στο αμπελι σου
αλλα να γυρισεις πισω στο σπιτι σου» του είπε . Εκεινος κοιταξε καλα καλα τη
γυναικα και παραξενευτηκε από τα
παραδοξα λογια της. Γεματος εγωισμο της απαντησε πως ο ιδιος ξεκινησε να παει
στη δουλεια του και πως αυτό ακριβως θα εκανε . «Να προσεχεις τοτε πως θα
κλαδευεις» απαντησε η αγνωστη στο νεαρό
και γυρισε η ίδια στο σπιτι της χωρις να συνεχισει για τον προορισμο της . Ολο αυτό είναι φυσικο να κρυβει τον υπαινιγμο της
σημαντικης μερας . Η γυναικα Αυτή δεν ηταν μια απλη γυναικα αλλα η Μητερα του
Χριστου .Κι η μερα εκεινη ηταν ξεχωριστη .Μια μερα που κανεις οφειλε να τιμά
.


Ο νεος συνεχισε το δρομο του χωρις να ξεφυγει από το σκοπο
του .Μονο καποιες σκεψεις τον βασανιζαν στο δρομο μεχρι τα αμπελι . Ποια ηταν αυτή η παραξενη γυναικα που του λεγε
τι να κανει ? κι επιπλεον να του δινει συμβουλες πως θα κανει τη δουλεια του ? Μ αυτές τις σκεψεις
εφτασε στο αμπελι του μεσα μονολογωντας : «Καλα , δε ξερω εγω που ειμαι τοσο
εμπειρος πώς να χειριζομαι ένα κλαδευτηρι
και θα ακουσω μια αγνωστη γυναικα που μου λεει να προσεχω ?» .Συνεχισε λοιπον
τη σκεψη του φωναχτα προσθετοντας με σαρκασμο , παινευοντας ταυτοχρονα την ικανοτητα
του πανω στην τεχνη του κλαδεματος : «
Κι έτσι εγω ξερω να κλαδευω» κι εκανε
διαφορες περιτεχνες κινησεις με το
κλαδευτηρι «και αλλιως ….» , και το κακο δεν αργησε να γινει. Πανω στην
επιδειξη των ικανοτητων του εκοψε τη
μυτη του με το κλαδευτηρι . Τοτε μονο καταλαβε λεει η ιστορια πως η αγνωστη γυναικα
δεν ηταν καποια τυχαια αλλα η ιδια η Παναγια.


Ετσι φερεται η Παναγια να πηγε την άλλη μερα να σαραντησει
γι αυτό και γιορταζεται τελικα η
Υπαπαντη του Χρισοτυ στις 2 Φλεβαρη .


Το εθιμο όπως αυτό εκτυλισσόταν στην Ανατολικη Ρωμυλια ειχε τη βαση του μεν σ αυτή
τη μικρη θρησκευτικη (χριστιανικη ) δοξασια
όμως όχι εξ ολοκληρου . Η
δισδιαστατη ερμηνεια βασιζεται στον τροπο που αυτό διαδραματιζοταν. Ένα στοιχειο που το συνδεει πανηγυρικα με μια άλλη θρησκεια πολύ παλιοτερη
κι από τον ιδιο τον χριστιανισμο. Που μας γυρνα αιωνες πισω στο θρησκευτικο
πνευμα της αρχαιας Ελλαδας και δη της διονυσιακης λατρειας.

Ας το περιγραψουμε
λοιπον οριζοντας το χρόνο και τον τοπο. Μεγαλο Μοναστηρι περιοχή Φιλιππουπολης
(σημερινη Βουλγαρια) στην Ανατολικη
Ρωμυλια.


Το πρωι της πρωτης του Φλεβαρη γινοταν λειτουργια στην
εκκλησια . Ολοι οι Μοναστηριωτες την παρακολουθουσαν με ευλαβεια. Μετα το
σχολασμα της εκκλησιάς κατά τις 10 περιπου
το πρωι οι πιστοι με αγιασμο στα χερια κατευθυνονταν προς τα αμπελια. Ν α
σημειωσουμε πως υπηρχε μια συγκεκριμενη περιοχη (επονομαζομενη «αμπέλια») λιγο εξω από το χωριο οπου στον καθενα
αντιστοιχουσε και μια μικρη εκταση γης που φιλοξενουσε καλλιεργεια με αμπελι. Τα
αμπελια ειχαν ρυμοτομια με μικρους δρομισκους αναμεσα .Τα περισσοτερα συνορευαν μεταξυ τους και τα ορια
ηταν συνηθως πολύ δυσδιάκριτα. Μονο οι ιδιοκτητες ηταν σε θεση να γνωριζουν τις
καλλιεργειες τους. Γενικα θα λεγαμε πως αποτελουσανκι κι έναν μικρο παραδεισο μιας και πολλα δεντρα καλλωπιστικα
κι οπορωφόρα πλαισιωναν τουτη την εκταση
. Κλινοντας λοιπον τουτη την παρενθεση ,
ας συνεχισουμε, με την ουσια της εξελιξης του εθιμου. Ο καθενας λοιπον πηγαινε
με τον αγιασμο που ειχε προμηθευτει και ραντιζε το αμπελι του απ’ ακρη σ ακρη .
Σ΄αυτό το σημειο ακουγες από μια παρεα φωναχτα : « Που ‘ σαι, που ΄σαι Αϊ Τρυφανε? “ κι ανταπατουσε καποια άλλη: « Δε
φαινομαι από τα κλήματα!!!» ( αν θυμηθειτε οσα γραψαμε παραπανω, θα καταλαβετε γιατι
αυτή η απαντηση. Ο Αι Τρυφωνας δε μπορεσε τελικα να τα κλαδεψει
στην ιστορια μας κι ετσι τ’ αμπελι
εμεινε με τα πλουσια κληματα του..ανέγγιχτο ) .Το
αγιασμενο υδωρ θα βοηθουσε στην καρποφορια του κι όταν θα ερχοταν ο καιρος θα εδινε μια πολύ καλη σοδεια. Εως εδώ το
χριστιανικο θρησκευτικο πνευμα υπερισχυει.



Αφου τελειωναν με τον αγιασμο του αμπελιου τους, παρεες παρεες μαζευονταν στις γωνιες καποιου
σταυροδρομιου μεσα στ’ «αμπελια» κι αφου καθονταν κατω απολαμβαναν το φαγητο
και το κρασι που ειχαν φερει από το σπιτι τους . Η ευθυμια δεν αργουσε να φανει
στα προσωπα τους . Το κεφι σιγα σιγα αναβε κι αρχινουσαν το τραγουδι και μετα
το χορο . Ολο αυτό συνεχιζοταν εως αργα τα απογευμα, οπου η επεστρεφαν στο
χωριο. Να σημειωσουμε και πάλι εδώ μια σημαντικη παραμετρο. Αν και οι αντρες δεν αποκλειονταν συνηθιζοταν
να πηγαινουν στ αμπελια περισσοτερο γυναικες . Ετσι μιλαμε ουσιαστικά για
παρεες γυναικων οι οποιες στο γυρισμο τους
για το χωριο γινοντουσαν μια ομαδα που δε σταματουσε καθ ολη τη διαρκεια να
τραγουδα και να χορευει . Η χαρουμενη αυτή
ομαδα όμως όταν εφτανε στο χωριο δε διασκορπιζοταν ,μα κατεληγε στη κεντρικη
πλατεια ,οπου εκει τους περιμεναν οι αντρες μαζεμενοι για να τους προσφερουν κι άλλο
κρασι το οποιο ειχαν φερει οι ιδιοι από τα
σπιτια τους . Ο χορος και το τραγουδι
συνεχιζοταν με τη συνοδεια πια της γκαιντας και του ταμπουρλου. Η μουσικη ,τα γελια
και το τραγουδι αντηχουσαν σ ολο το χωριο. Τα ευθυμα εως σοκαριστικα πειραγματα
αλλα και τραγουδια σ αυτό το υφος ,δεν ελειπαν. Καμια φορα εκτυλίσσονταν και
διαφορα παρατραγουδα τα οποια όμως τα δικαιολογουσε η χαρουμενη (εκστατική ) διαθεση
. Οι αντρες επωφελουμενοι από το βαθυ μεθυσι καποιας γυναικος προεβαιναν εως και την εκγυμνωση της. Το τροπαιο γινοταν ένα ειδος λαβαρου και ο
πρωτος στο χορο το ανεμιζε με καμαρι . Αντιστοιχες εκδικητικες τασεις είχαν και
οι γυναικες εάν τσακωναν καποιον αντρα στ΄αμπελια κεινη τη μερα . Ετσι όπως υπερτερουσαν
αριθμητικα το δόλιο –ανηρ που θα
έβρισκαν θα τον ξεγυμνωναν και θα τον περιγελουσαν !


Η γιορτη αυτή κρατουσε εως και πολύ αργα το βραδυ μεχρι που
η κοπωση θα τους οδηγουσε ξανα στα σπιτικά τους .Την αλλη μερα γυρνουσαν στο
συνηθισμενο ρυθμο των καθημερινων ασχολιων τους.


Με τα παραπανω λοιπον
μπορουμε χωρις αυτό να θεωρηθει υπερβολη
ν αντιληφθουμε το δισδιαστατο χαρακτηρα
του εθιμου . Ο αρχαιος ελληνικος παλμος δεν επαψε ποτε να χτυπα στα βαθη της ψυχης.
Η νεα θρησκεια (χριστιανισμος) αν και εισηγαγε νεα ηθη ποτε δε καταφερε να
ξεριζωσει τα παναρχαια στοιχεια από μια θρησκεια που ζουσε στα καταψυχα των
Ελληνων. Κι οι ανατολικορωμυλιωτες υπηρξαν και ενιωθαν παντα Ελληνες.


Αν γυρισουμε στα θρησκευτικα δρωμενα που λαμβαναν χωρα στα
πλαισια της διονυσιακης λατρειας τοτε θα δουμε καθαρα τα συνδετικα στοιχεια με
το εθιμο αυτό. Γυναικες –μαιναδες συντροφοι του θεου Διονυσου – είναι οι
πρωταγωνίστριες. Το κρασι που ρεει αφθονο στα χειλη ,ο χορος και το τραγουδι
μεχρι το σημειο της εκστασης. Τα ερωτικα
πειραγματα οι υπαινιγμοι και γενικα
ολες οι εκδηλωσεις των
παρευρισκομενων υποδηλωνουν τη
συνδεση με την παναρχαια λατρεια του θεου
του κρασιου. Η μνημη ανατρεχει στις Βακχες του Ευριπιδη οπου οι γυναικες εγκαταλειπουν τα πατροπαραδοτη
θεση τους στην κοινωνια ακολουθωντας την ομορφια του Διονυσου. Ξεχυνονται εξω από
την πολη στις πλαγιες του Κιθαιρωνα για να λατρεψουν το θεο. Δεν είναι πια
νοικοκυρες συνετες και υποδουλωμενες στο αντρικο προτυπο. Γινονται κυνηγοι υπο την επηρεια ενός ζωωδου ενστικτου που τους χαριζει
απλωχερα ο Διονυσος. Η εκσταση στην οποια βρισκονται τις απελευθερωνει από κάθε
συμβατικοτητα. Αλλαζουν προσωπο και γινονται εκεινες πια πρωταγωνιστριες στην
ιδια τους τη ζωη.


Μα ας μη πλατιασω άλλο …αυτό που ηθελα κλινοντας είναι να
τονισω μονο τη σημαντικοτητα κάθε εθιμου μιας κοινοτητας ανθρωπων. Τα εθιμα είναι σαν ζωντανοι οργανισμοι . Για
να τα καταλαβουμε οφειλουμε να τα αφουγκραστουμε .Οφειλουμε να τα αναλυσουμε
τοσο ώστε να βρουμε τις αληθινες αιτιες υπαρξης τους. Δυστυχως ο χρονος σβηνει τις
αναμνησεις ,αλλοιωνει δραματατικα τις λαικες παραδοσεις. Καλως ή κακως αυτό
συμβαινει . Μενει λοιπον σ ολους εμας που επιθυμουμε έτσι απλα
να τα ζωντανευουμε με λογια .Αν τωρα καποια απ αυτά ακομα και σημερα μπορουμε να τα αναβιωνουμε ας
το πραττουμε χωρις δισταγμο ! Το θεμα είναι
να τα γνωρισουμε πραγματικα και ν αναλογιστ ουμε την προελευση τους .Καντε το
και θα δειτε με εκπληξη πως αμεσως παιρνουν άλλη διασταση κι αποκτουν την αξια
που στ αληθεια τους πρέπει …

Ο εορτασμός των Φώτων στην Ανατολική Ρωμυλία

Αφηγήτρια : Ζαμηλούδη Καλλιόπη(99 χρονων)
Το τοπικό έθιμο των Φώτων όπως αυτό λάμβανε χώρα στο Μεγάλο Μοναστήρι της Ανατολικής Ρωμυλίας ξεκινούσε από την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής !
Το βράδυ τηςπροπαραμονής των Φώτων σήμαινε ο παππάς την καμπάνα της εκκλησιάς κι όλοι οι χωριανοί μαζεύονταν για να λάβουν μέρος στον Εσπερινό. Όταν τελείωνε με το καλό η λειτουργία ο ιερέας κατευθυνόταν προς τον Αϊ Δήμο (το ιερό) και μέσα σ΄ ένα μπραγατσιούδι (κάτι σα κανάτα από μέταλλο) γεμάτη νερό εναπόθετε το σταυρό ! Ο σταυρός θα έμενε εκεί μέχρι την άλλη μέρα το πρωί  όπου θα ξαναγινόταν η λειτουργία .
Την παραμονή των Φώτων οι καμπάνες  αντηχούσαν ξανά σ΄ ολόκληρο το χωριό καλώντας τους πιστούς στην εκκλησιά ! Όλοι φορώντας τα γιορτινά τους ρούχα έσπευδαν να παρακολουθήσουν τη λειτουργία η οποία κρατούσε έως και τις 10 το πρωί περίπου . Στο τέλος της λειτουργίας ο παππάς έβγαζε το σταυρό μέσ' απ' το νερό κι όλοι αδημονούσαν για το αν το νερό μέσα στο κανάτι είχε παγώσει ! Το έθιμο πρόσταζε πως όσο περισσότερο είχε παγώσει το νερό που είχε παραμείνει ο σταυρός μέσα τόσο περισσότερη αναμένονταν κι η  καλοτυχία ,η καλή υγεία και η ευδαιμονία για όλους τους κατοίκους του χωριού. 
Μετά την τέλεση της λειτουργίας τα παλικάρια έπαιρναν όλες τις εικόνες από την εκκλησιά και έβγαιναν στα όρια  του χωριού σχηματίζοντας ένα κύκλο γύρω απ αυτό ! Αφού λοιπόν το περικύκλωναν σήκωναν τα χέρια κρατώντας  τις εικόνες ψηλά κι αναφωνούσαν δυνατά πολλές φορές « ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ..ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ» !!!
Την ίδια ώρα ο παππάς γυρνούσε κάθε σπίτι και το ράντιζε με την ευλογία του σταυρού ώστε να φύγουν τα κακά πνεύματα!
Ύστερα όλοι μαζί κατευθύνονταν στην κεντρική πλατεία του χωριού όπου βρισκόταν η μεγάλη βρύση (τσουσμές) (απ όπου όλο το χωριό προμηθευόταν νερό). Εκεί είχαν ήδη τοποθετηθεί τραπέζια όπου τα παλικάρια τοποθετούσαν τις εικόνες που είχαν πάρει από την εκκλησία .Τώρα ήταν η σειρά των κοριτσιών ! Αυτά γέμιζαν τα μπακίρια, (στάμνες συνήθως όμως τσίγκινες και μεγάλες) που είχε φέρει η καθεμιά από το σπίτι της , με νερό και τις τοποθετούσαν σε σειρά τη μια δίπλα στην άλλη . Ο ιερέας πρώτα ράντιζε τα μπακίρια με το νερό των κοριτσιών και μετά ξανά όλο τον κόσμο που παρακολουθούσε . Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως όλοι περίμεναν πια θα ήταν κείνη που με ζήλο θα σήκωνε στον ώμο της πρώτη το βαρύ μπακίρι με το νερό ! Οι επευφημίες που λάμβανε ήταν κάτι το αναμενόμενο.
Είχε ήδη μεσημεριάσει αλλά το έθιμο θα συνεχιζόταν με τραγούδια και χορό έως το βασίλεμα του ηλίου στην κεντρική πλατεία .
Το έθιμο αυτό έχει μείνει μια γλυκιά ανάμνηση καθώς από τότε που ως πρόσφυγες Μοναστηριώτες ήρθαν στην μητέρα Ελλάδα αυτό δυστυχώς δε συνεχίστηκε ! Μόνο στο χωριό που εγκαταστάθηκαν πρώτα σαν ήλθαν , στο παληχώρι (το οποίο ισοπεδώθηκε από το σεισμό του 1954) υπάρχουν αναφορές ότι ακόμα διατηρούνταν .
  Ευχή θα ήταν πολλά απ΄αυτά τα έθιμα της παράδοσής μας κάποια στιγμή να τα γνωρίσουμε αλλά και όσο αυτό είναι εφικτό να τα αναβιώνουμε . Η παράδοση διδάσκει και πάνω απ΄όλα την ομόνοια και τη σύμπνοια μεταξύ των μελών μιας τοπικής κοινωνίας. 

Distributed ByMy Blogger Themes|Designed ByBloggerMotion

Top